Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ (Αρχιμανδρίτης Ελπίδιος Βαγιανάκης)




Αρχιμανδρίτης Ελπίδιος Βαγιανάκης

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Κυριακή πρωί. Οι γλυκόλαλες καμπάνες κάλεσαν τους πιστούς στην Εκκλησία.
Είναι περίοδος Τριωδίου, εβδομάδα της Τυρινής, στην ανάμνηση της «από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του πρωτόπλαστου Αδάμ».
Γεμάτος σκέψεις για τον προορισμό μου και τον αγώνα της ψυχής, για τον αγιασμό της, κατεύθυνα τα βήματά μου στην άλλη «Κιβωτό» του Νώε, την Εκκλησία, για να προφυλαχτώ από την πλημμύρα της αμαρτίας, να μιλήσω με τον Κύριό μου και ν’ ακούσω μέσα από τα κατανυκτικά τροπάρια και το Ευαγγέλιο τη φωνή Του.
Στην πόρτα της κοντά έφθασα, και η βροντερή φωνή του ιεροψάλτη, κατένυξε την ύπαρξή μου στο άκουσμα του «Οίκου»:

«Ἐκάθισεν Ἀδὰμ τότε, καὶ ἔκλαυσεν
ἀπέναντι τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου,
χερσὶ τύπτων τὰς ὄψεις, καὶ ἔλεγεν·
Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα».


Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια. Η καρδιά λύγισε, τα γόνατα κόπηκαν και μόνο ο νους έμεινε εκστατικός στο παρακάτω άκουσμα του «Οίκου»:

Ἰδὼν Ἀδὰμ τὸν Ἄγγελον, ὠθήσαντα,
καὶ κλείσαντα τὴν τοῦ θείου κήπου θύραν,
ἀνεστέναξε μέγα, καὶ ἔλεγεν·
Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα.

Δικαιολογημένο το κλάμα. Αναγκαίο το πένθος. Τι είχε ο άνθρωπος και τι έχασε. Τι ήταν μέσα στον παράδεισο και τι έγινε έξω απ’ αυτόν. Βασιλιάς ήταν, δούλος καταντά. Θεέ μου, τι συμφορά! Δεν πρόκειται να ξαναδεί τους Αγγέλους, τους Αρχαγγέλους, τα Χερουβίμ και Σεραφείμ και όλα τα αγγελικά τάγματα, που δορυφορούσαν τον Πλάστη του.
Τώρα, μόνος με την Εύα, κάθεται απέναντι της Εδέμ και κλαίει. Ο Θρήνος είναι γοερός.

Ψυχὴ παναθλία μου,  
ἐμακρύνθης ἐκ Θεοῦ,
διὰ ἀπροσεξίας σου,  
Παραδείσου ἐστέρησαι τῆς τρυφῆς,
Ἀγγέλων κεχώρισαι
 εἰς φθορὰν κατηνέχθης,  
τοῦ πτώματος!
(Ωδή ΣΤ΄,  Όρθρος Τυρινής)

Θυμάται τα περασμένα. Θυμάται τότε που γύριζε τον Παράδεισο σαν άρχοντας του. Θυμάται το πλήθος των πουλιών και των ζώων τότε που στην αρχή, ήρθαν όλα εμπρός του, για να δώσει στο καθένα το όνομα που του άξιζε. Τα θυμάται όλα αυτά και βουρκώνει. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα δειλινά εκείνα που στο φως της θεϊκής Χάριτος, συναντούσε τον Κύριο και Θεό του, και συνομιλούσε μαζί Του. Τι στιγμές ανέκφραστες, «ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» (Κορ. Β΄, 12, 4). Τι τραγικό να είσαι πανευτυχής και ξαφνικά να γίνεις ο πιο δυστυχισμένος! Να είσαι βασιλιάς και απότομα, για μια παρακοή, να γίνεις δούλος! Να είσαι στολισμένος με το ένδυμα της Χάριτος και τώρα γυμνός με τα φύλλα της πτώσεως!

«Στολήν με ἐνέδυσας,  
θεοΰφαντον Σωτήρ,
ἐν τῇ Ἐδὲμ ὡς εὔσπλαγχνος
 ἐγὼ δέ σου παρεῖδον τὴν ἐντολήν,
πεισθεὶς τῷ ἀλάστορι
 καὶ γυμνὸς καθωράθην 
  ταλαίπωρος».
(Ωδή ΣΤ΄,  Όρθρος Τυρινής)

Και όλα αυτά για μια παρακοή. Μια παρακοή που βύθισε την ανθρωπότητα όλη στην πίκρα και την αμαρτία. Μια ανθρωπότητα, που ντυμένη του αίσχους τα ενδύματα θα κλαίει πάντα και θα μονολογεί με το στόμα του Αδάμ:

«Τὰ τοῦ αἴσχους περικείμενος 
 ἐνδύματα, οἴμοι!
ἀντὶ στολῆς φωταυγοῦς
 ἀποκλαίομαι τὴν ἐμὴν ἀπώλειαν Σωτήρ,
καὶ πίστει βοῶ σοι Ἀγαθέ·  
Μὴ ὑπερίδῃς, Θεός
 ἀλλ' ἀνακάλεσαί με».
(Ωδή Ζ΄,  Όρθρος Τυρινής)

Το κλάμα αυτό του Αδάμ, μας ξυπνά και μας συνεφέρνει. Κι εμείς κλαίμε και αγωνιζόμαστε να πετύχουμε τη σωτηρία μας. Το μυαλό της ψυχής μας όμως θολωμένο και σκοτισμένο από τη πτώση, εξαιτίας της αμαρτίας, ζητά παρηγοριά. Ζητά να μάθει τι είχε και τι έχασε, γιατί είναι δυστυχισμένη. Πως μπορεί να ξαναβρεί τη δόξα που έχασε, το ένδυμα που της έκλεψαν. Η αμαρτία θόλωσε το μυαλό των ανθρώπων, να μην ξέρουν τι κάνουν, τι θέλουν στη ζωή, τι γυρεύουν στο μέλλον, ποιος είναι ο προορισμός τους. Τρομερό να φεύγει κανείς από το Θεό, από το φως της Αλήθειας!
- Πες μας Αδάμ, πως σ’ έπλασε ο Θεός, για τα στολίδια που σου έδωσε, τι δόξα που σου χάρισε, τα αξιώματα που σε τίμησε και βασιλιά σε έκανε. Πες μας για τον Παράδεισο, το σπίτι των Αγίων, πες μας και για τον Πλάστη σου που εσύ συνομιλούσες. Πες μας για τη πτώση σου, τον άδικο χαμό σου, που άστοχα διάλεξες μόνος σου με διαβολή του εχθρού σου!
Ποιος όμως τέτοιες ώρες απελπισίας και πίκρας μπορεί να πάρει λόγια, από άνθρωπο δυστυχισμένο, εξευτελισμένο και από τον Παράδεισο διωγμένο; Ποιος τέτοιες ώρες έχει κουράγιο να βλέπει ράκος αληθινό, που μέσα στα αναφιλητά οδύρεται και μονολογεί:

«Οἴμοι ψυχή μου ἀθλία
 τῶν ἐν Ἐδέμ, ἀπολαύειν εἴληφας,
ἐξουσίαν ἐκ Θεοῦ,  
μὴ φαγεῖν δὲ γνώσεως καρπόν,
προσετάγης, ἵνα τί
 παρέβης νόμον Θεοῦ
(Ωδή Α΄,  Όρθρος Τυρινής)

Πόση αλήθεια δυστυχία σ’ εκείνον που παρακούει τον Θεό! Πόση θλίψη και πίκρα για μια ανόητη αστοχία!
Τι δεν είχε ο άνθρωπος κι έπρεπε να αποκτήσει; Τι του έλειπε κι έτρεξε αλλού να το βρει; Τι ευτυχία ήθελε ακόμα, ώστε ν’ ακούσει τον εχθρό; Όχι όλα τα είχε. Τίποτα δεν του έλειπε. Είχε τη Χάρη του Θεού, το Άγιο Πνεύμα, που τον έκανε τον πιο ευτυχισμένο απ’ όλα τα δημιουργήματα σ’ όλη τη κτίση.
Ο άνθρωπος μέσα στο Παράδεισο ήταν ενωμένος με την υπέρτατη χαρά, τη θεϊκή αγάπη, τον Τρισήλιο Κύριο.  Ήταν ένας μικρός κατά Χάριν Θεός. Κατοικούσε μέσα του ο Θεός και αυτός μέσα στο Θεό. Δεν είχε να ζηλέψει τίποτα, γιατί ήταν ο μοναδικός, που μοναδικά ζούσε την υπέρτατη ηδονή της εν Αγίω Πνεύματι ενώσεώς του με τον Θεό, μέσα στον Παράδεισο.
Γι’ αυτό και ο Αδάμ δεν αντιλαμβάνεται το ψέμα του πονηρού, που στη μορφή του πιο φρόνιμου ερπετού, του φιδιού, συκοφαντεί το έργο του Θεού και παροτρύνει τον Αδάμ να βγει από την αγάπη του Θεού, λέγοντάς του τα εξής πονηρά λόγια:
- Ψέματα σας είπε ο Θεός, για το δέντρο που είναι στη μέση του Παραδείσου. Δεν σας αφήνει να φάτε από τους καρπούς του, γιατί φοβάται μη γίνετε κι εσείς θεοί σαν κι Αυτόν.
Μα ο Αδάμ είναι ήδη ένας κατά Χάριν μικρός Θεός, αφού έχει το Θεό μέσα του, εν Αγίω Πνεύματι. Μέσα του ζει τη Χάρη του Θεού, με τις άκτιστες μεθεκτές ενέργειες Του. Συκοφαντία είναι τα λόγια του πονηρού, συκοφαντία και μεγάλο ψέμα. Ο Αδάμ όμως ζαλίζεται, σκοντάφτει, αφήνει τα ψηλά και πιάνει τα χαμηλά. Σταματά τη προσευχή, τον αδιάκοπο δεσμό με τον Δημιουργό του. Το κενό είναι γεγονός. Από τον θρόνο της ψυχής του βγαίνει ο Θεός, αφού η πίστη του στην αγάπη του Θεού μέσα στη ψυχή του Αδάμ διασαλεύεται. Το κενό του θρόνου κάποιος επιτήδειος θέλει να καταλάβει. Το πετυχαίνει με κατακριτικά λόγια εναντίον του Θεού ο πονηρός δαίμονας. Ο Αδάμ σκοτίζεται. Μέχρι τη στιγμή εκείνη, ο δεσμός του Αδάμ με τον Θεό στηριζόταν πάνω στο τρίπτυχο αυτό πλαίσιο:
Την αγάπη, δηλαδή την πίστη και την υπακοή. Μέχρι τη στιγμή αυτή ο Αδάμ αγαπούσε τον Κύριο και γι’ αυτό πίστευε  και τον εμπιστευόταν σε όλα, ώστε σε όλα να Του είναι υπάκουος υϊκά. Η αγάπη η πίστη και η υπακοή, τα τρία αυτά, ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμα των σχέσεων του πρωτόπλαστου μετά του Θεού. Ο πονηρός το γνωρίζει αυτό, γι’ αυτό και με τέχνη ρίχνει τον Αδάμ στη πτώση του πρώτου, δηλαδή της αγάπης, για να τον ρίξει στη συνέχεια και στα άλλα. Ο Αδάμ μέσα του, στα λόγια του πονηρού, διαμαρτύρεται και μονολογεί: ο Θεός δεν μ’ αγαπά πραγματικά, εφ’ όσον δεν θέλει να γίνω κι εγώ σαν κι Αυτόν. Αφού δε μ’ αγαπά πραγματικά, γιατί τότε να τον αγαπώ εγώ;
Έτσι, η πτώση της αγάπης γίνεται με τους πρώτους διαλογισμούς, πραγματικότητα. Ο πονηρός δαίμονας, πέτυχε τη βάση. Τώρα, όλο το δέντρο μόνο του θα μαραθεί.
Όπου φεύγει η αγάπη, επέρχεται η «μη  αγάπη», στη μορφή του εγώ και των παθών.
Ο δαίμονας δεν είναι δημιουργός και επομένως δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε αρετές, ούτε κακίες. Δεν έχει τη δύναμη να αντιπαραθέσει δημιουργικά στις αρετές τις αντίστοιχες κακίες.
Το μόνο που μπορεί να κάνει και να πετύχει είναι να μεταβάλει τη μορφή των υπό του Θεού δημιουργημένων αρετών και ειδικά της βάσης όλων δηλ. της αγάπης, από την οποία προέρχονται σαν από πηγή όλες οι υπόλοιπες αρετές. Ας πούμε ένα παράδειγμα. Στην αγάπη δεν αντιπαραθέτει το μίσος, ή την κακία, ή την εχθρότητα, διότι όλα αυτά είναι κατ’ ουσία ενέργειες αγάπης. Φυσικά όχι θετικής, αλλά αρνητικής. Ο πονηρός αντιπαραθέτει στην  αγάπη, την «μη αγάπη», για να μιλήσει πιο αυθεντικά.
Το μίσος, η κακία, η δολιότητα, η εχθρότητα κλπ. θα είναι πλέον εκφράσεις  της «μη αγάπης», όπως έγινε και ο ίδιος  ο δαίμονας, με το να απομακρυνθεί από το Θεό, που είναι η Αγάπη. Τα όρια είναι πλέον καθορισμένα  και σαφή.
ΑΓΑΠΗ = Ο ΘΕΟΣ.
ΜΗ ΑΓΑΠΗ = Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο  θεολόγος λέει ότι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» και συμπληρώνει «καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ.» (Α΄ Ιωάννου δ΄, 16)
 Όλοι και όλα μέσα στην αγάπη ζουν το άρρητο γεγονός της θέωσης, και οι πάντες μέσα στην «θέωση γίνονται αγάπη».
Όλοι γίνονται φως γιατί φωτίζονται από το άναρχο Φως, τον Τρισήλιο Κύριο. Φωτίζονται εν αγίω Πνεύματι και γίνονται «φώτα».
Όλα τα δημιουργήματα, που απομακρύνονται και φεύγουν από το Φως, δια της αμαρτίας και των παθών, φυσικό είναι να σκοτιστούν. Φως και σκότος οι δύο πόλοι.  Ή στον ένα θα κινηθείς ή στον άλλο. Ή με το Θεό θα είσαι κι εσύ όλος φως, ή με το δαίμονα θα συμμαχήσεις και θα είσαι σκοτεινός.
Γι’ αυτό, ο Κύριος προσκαλεί όλους μας δια της μετανοίας να προσέλθουμε στο Φως, για να φωτιστούμε. «ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ᾿ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». (Ιωάνν. 8, 12)
Ο Κύριος, η Αγάπη, είναι το Φως. Φως είναι και οι αρετές που στερεώνουν την αγάπη, δηλ. η πίστη και η υπακοή.
Ο Αδάμ πέφτει από την αγάπη. Η πτώση του τον απομακρύνει απ’ αυτήν και τα τέκνα της, την πίστη και την υπακοή.
Ο Αδάμ μέσα του σκέπτεται πως, αφού ο Θεός δεν μ’ αγαπά, γιατί να Τον εμπιστεύομαι και αφού δεν Του έχω εμπιστοσύνη, γιατί να Τον υπακούω; Μ’ αυτόν τον τρόπο πέφτει από την αγάπη, από την εμπιστοσύνη και γίνεται ανυπάκουος τρώγοντας τον καρπό. Η πτώση δεν αρχίζει έτσι από το φάγωμα του καρπού, αλλά από την απομάκρυνση της εμπιστοσύνης - αγάπης του Αδάμ προς τον Θεό. Το φάγωμα του καρπού, δηλαδή η ανυπακοή, είναι απλώς η έκφραση, το τέρμα της πτώσης.
Στο γεγονός της πτώσης δεν απομακρύνεται ο Θεός από τον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος από το Θεό. Δεν φεύγει το φως απ’ αυτόν, αλλά αυτός από το φως. Όσο πιο πολύ ξεμακρύνει, τόσο πιο πολύ σκοτίζεται, ενωμένος με το σκοτάδι, με ότι δεν είναι Θεός και Αγάπη. Ο δαίμονας πετυχαίνει να μεταλλάξει τη μορφή της φυσικής από τη δημιουργία σχέσης του Αδάμ. Ο Αδάμ δεν μπορεί να μην αγαπά. Τι είναι όμως τώρα αυτό που θ’ αγαπά; Να το ερώτημα. Δεν μπορεί να χαθεί το κατ’ εικόνα. Εξαχρειώνεται όμως η τιμή του και το θεϊκό τούτο αξίωμα. Εικόνα Θεού είναι συν τοις άλλοις γιατί είναι πλασμένος ν’ αγαπά, αφού Αυτός που τον δημιούργησε είναι η Αγάπη. Η πτώση όμως εξαχρειώνει, λερώνει το «κατ’ εικόνα». Ξένες ορμές παρά τη θέλησή του τον οδηγούν αλλού. Αντί της αρετής της θεϊκής «αγάπης» στον πλησίον, σαν αλήθεια, σαν τιμή, σαν αγνότητα, σαν ειλικρίνεια κλπ. αντιπαρατίθεται η κακία της «μη αγάπης» απέναντι του συνανθρώπου, σαν μίσος, σαν έχθρα, σαν διαβολή, σαν ψέμα, κλπ. Όλα αυτά ξεκινούν από μια διεφθαρμένη αγάπη. Σου λέει ο ένας, μ’ αρέσει να δω τον τάδε να καταστρέφεται, ή εκείνον να ξευτελίζεται. Μ΄ αρέσει να τον ατιμάζω και να τον ταπεινώνω. Τι σημαίνει το «μ’ αρέσει» από το αγαπώ να βλέπω τον τάδε να παθαίνει τούτο ή εκείνο;
Μ΄ αυτόν τον τρόπο, κατανοείται η μετάλλαξη της αρετής σε κακία, που ο δαίμονας πρωτάρχισε μέσα στο Παράδεισο, με πρωταγωνιστή τον πρωτόπλαστο Αδάμ.
Ο Αδάμ πέφτει από την αγάπη, επόμενο είναι να πέσει και από την πίστη, την απόλυτη δηλαδή εμπιστοσύνη του προς το Θεό και τέλος από την υπακοή.
Στο τρίτο στάδιο ολοκληρώνεται η αμαρτία και πραγματώνεται η πτώση του ανθρώπου.
Το φάγωμα του καρπού, είναι ο τελικός σταθμός της πτώσεως.
Η πτώση είναι πλέον γεγονός.
Η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, απομακρύνεται από τον άνθρωπο.
Η δυστυχία, αγκαλιάζει τους ανθρώπους.
Η αμαρτία γίνεται το σύμβολο της αστοχίας και της δυστυχίας.
Δεν είναι άστοχο το ότι η αμαρτία σημαίνει αστοχία. Δεν μένει απαρατήρητο ότι αμαρτία θα σημαίνει αποτυχία και δυστυχία.
Ο άνθρωπος που θα πορεύεται την αμαρτία, θα συμπορεύεται τη δυστυχία.
Αμαρτία σημαίνει αστοχία.
Ο πρωτόπλαστος Αδάμ  αστόχησε ως προς την  ευτυχία του με το να αμαρτήσει, κι έγινε δυστυχισμένος.
Υπό τον όρο «αμαρτία» ο χριστιανός θα αντιλαμβάνεται στο εξής, το κάθε τι που θα τον απομακρύνει από το Θεό και από την ευτυχία του, που είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός.
«Αμαρτία» θα είναι κάθε πράξη «μη αγάπης» που θα οδηγεί μακριά από τις σωτηριώδεις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αντιθέτως «σωτηρία» θα σημαίνει κάθε τι, που δεν είναι αμαρτία, κάθε πράξη «αγάπης»  που θα οδηγεί στην ευτυχία και τη ζωή, που είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Αμαρτία είναι η πλάνη και το ψέμα, ενώ σωτηρία είναι ο Χριστός που είναι «ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» . (Ιωάνν. ιδ΄ 6)
Η πορεία του ανθρώπου προς τη θέωσή του, είναι πορεία σωτηρίας, πορεία, για μια παράδοξη, θεϊκή ένωση του ανθρώπου μετά του Θεού, τέτοια, όπως του Αδάμ μετά του Κυρίου μέσα στο Παράδεισο. Μια πορεία εν Αγίω Πνεύματι, για την μετά του Θεού εν Αγίω Πνεύματι ένωση. Πορεία να ξανακερδίσει αυτό που έχασε, να ντυθεί Αυτό από το οποίο απεγυμνώθη.
Αυτή όμως η πορεία δεν μπορεί να γίνει έξω από την Εκκλησία, αλλά μέσα σ’ αυτήν,  δια της μετοχής στα άγια Μυστήριά της και δια της ασκήσεως των αρετών, οι οποίες επαναφέρουν την ψυχή στη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, κατά τη διδασκαλία του μεγάλου αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ.
Όλα αυτά όμως απαιτούν αγώνα, δάκρυα και κατανυκτικό πένθος, που θα συγκινήσουν τον Θεό και θα κάνει πραγματικότητα τον πόθο και την επιθυμία μας για  σωτηρία.

«Συνάλγησον Παράδεισε, 
τῷ κτήτορι πτωχεύσαντι,
καὶ τῷ ἤχῳ σου τῶν φύλλων, 
ἱκέτευσον τὸν Πλάστην, μὴ κλείσῃ σε. 
Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα.
(Οίκος Τυρινής).

Θεέ μου, ξεχάστηκα στην αδολεσχία μου αυτή. Γοργόφτερος ο νους μου, έτρεξε στο κλάμα του Αδάμ, μακριά, χιλιάδες χρόνια πίσω, για να ξαναζωντανέψει μέσα του, το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός του κόσμου. Και τώρα η συνέχεια του «Οίκου» από τον ιεροψάλτη, συνέφερε την πικραμένη μου ψυχή από τη πτώση του Αδάμ, που μαζί με τον κανονάρχη ψελλίζει το τελευταίο κομμάτι του «Οίκου».

Παράδεισε πανάρετε, 
πανάγιε, πανόλβιε,
ὁ δι' Ἀδὰμ πεφυτευμένος, 
καὶ διὰ τὴν Εὔαν κεκλεισμένος,
ἱκέτευσον Θεὸν διὰ τὸν παραπεσόντα.
 Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με τὸν παραπεσόντα.


ΕΚΤΥΠΩΣΗ